εταίρα

Κατά την αρχαιότητα η λέξη σήμαινε –όπως και σήμερα– τη γυναίκα των ελευθερίων ηθών, η οποία εμπορεύεται τα θέλγητρά της. Στην Αθήνα, οι ε. αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία ελεύθερων γυναικών. Εκτός από το κάλλος, διέθεταν γενικά μια ανεπτυγμένη καλλιέργεια και ήταν ικανές να συμμετέχουν ευχάριστα σε συζητήσεις και να ασκούν κάποια επιρροή στο περιβάλλον τους. Μερικοί όμως υποστηρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός της ε. δινόταν ευφημιστικά σε όλες τις γυναίκες ελευθερίων ηθών, που ήταν χαμηλότατου επιπέδου και οι περισσότερες δεν είχαν καθόλου μόρφωση. Στην Αθήνα η συναναστροφή με τις ε. δεν αποτελούσε ανωμαλία του ιδιωτικού ή κοινωνικού βίου και ήταν ανεκτή η σχέση νυμφευμένων ανδρών, ακόμα και εκείνων που ασκούσαν δημόσιο λειτούργημα ή ήταν φημισμένοι καλλιτέχνες, με ε. Πολλοί πολιτικοί, φιλόσοφοι και ποιητές, αντί να νυμφευθούν, διατηρούσαν περισσότερο ή λιγότερο διαρκείς σχέσεις με ε. οι οποίες έμειναν ονομαστές. Είναι γνωστός ο δεσμός του Πραξιτέλη με τη Φρύνη, του Αρίστιππου με τη Λαΐδα, του Μενάνδρου με τη Γλυκέρα, του Επίκουρου με τη μαθήτριά του Λεόντιο κ.ά. Η σχέση επίσης του Περικλή με την Ασπασία προσέδωσε εξαιρετική αίγλη στην κατηγορία των ε. και γεννήθηκε η εντύπωση ότι όλες οι ε. είχαν προσόντα και αρετές ανάλογες με της Ασπασίας. Οι περισσότερες ε. κατάγονταν από δούλους και ήταν απελεύθερες ξένες που κατέφευγαν στην Αθήνα, επειδή η πόλη προσέφερε ευκολίες στο επάγγελμά τους. Ενώ οι Αθηναίες ζούσαν περιορισμένες και απομονωμένες στο σπίτι, χωρίς καμιά συμμετοχή στον κοινωνικό και στον δημόσιο βίο, οι ε. σύχναζαν σε όλους του τόπους: στα θέατρα, στην αγορά, στον ναό της Αφροδίτης κλπ. Απόόλεςτιςελληνικέςπόλεις,ηπιοφημισμένηγιατοπλήθος,τοκάλλοςκαιτηνπολυτέλειατωνε.τηςήτανη Κόρινθος, όπου συνέρρεαν από παντού πλούσιοι ξένοι, έμποροι και ναυτιλλόμενοι. Στον περίφημο ναό της Αφροδίτης στην Κόρινθο υπηρετούσαν περισσότερες από χίλιες ε. όλων των κατηγοριών. Η μόνη ελληνική πόλη που δεν είχε ε. ήταν η Σπάρτη.
* * *
η
βλ. εταίρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑταίρα — ἑταίρᾱ , ἑταίρα fem nom/voc/acc dual (ionic) ἑταίρᾱ , ἑταίρα fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταίρᾳ — ἑταίρᾱͅ , ἑταίρα fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εταίρα — η γυναίκα κοινή, πόρνη, παλλακίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑταίρας — ἑταίρᾱς , ἑταίρα fem acc pl (ionic) ἑταίρᾱς , ἑταίρα fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταίραι — ἑταίρᾱͅ , ἑταίρα fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταίραν — ἑταίρᾱν , ἑταίρα fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτάραι — ἑταίρα fem nom/voc pl (epic) ἑτάρᾱͅ , ἑταίρα fem dat sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιμαίθα — Εταίρα από τα Μέγαρα. Επειδή κάποτε την άρπαξαν μερικοί μεθυσμένοι νεαροί Αθηναίοι, οι Μεγαρείς για να εκδικηθούν, άρπαξαν με τη σειρά τους δύο εταίρες φίλες της Ασπασίας του Περικλή, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στους Αθηναίους και… …   Dictionary of Greek

  • ἑταιρᾶν — ἑταίρα fem gen pl (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρῶν — ἑταίρα fem gen pl (ionic) ἑταιρέω keep company with pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.